από ένα γράμμα προς Στάβερη

         ..άσχετο, δεν ξέρω αν στο έδειξα, το καλοκαίρι του 2009 χωρίσαμε με τον ****** και θα έφευγα απο εκείνο το διαμέρισμα. Ένα σούρουπο τράβηξα ένα βίντεο (από τα πολλά video-diaries εκείνου του φρικιαστικού καλoκαιριού) μπροστά σε εκείνο το γαμημένο βιτρώ που μας είχες φωτογραφίσει με τη Lela. Διαβάζω στο ημερολόγιο μου σημείωση· να ξέρω πως δεν θα μπορώ στο μέλλον να ανακαλέσω το μέγεθος και την αίσθηση εκείνου του πόνου, αναποφευκτα και ακούσια θα τον έσβηνα για να μη με σκοτώσει*, αλλά τουλάχιστον να ξέρω ότι δύναται να υπάρχει ένας τέτοιος πόνος, τόσο σοκαριστικά απερίγραπτος, τόσο απερίγραπτα αβάσταχτος, τόσο αβάσταχτα συνεχής που καταλαμβάνει όλο τον χώρο, να μη στέκεται πουθενά το μάτι σου, να μην έχεις πιά ακοή αλλά έναν μόνιμο, θολό βόμβο, να θέλεις να ξεσκίσεις τη σάρκα σου ουρλιάζοντας να βγεις από το σώμα σου, να περιμένεις τον ύπνο για να πάρεις μια αναπνοή.

         Πριν λίγο καιρό βρέθηκα σε ένα ρετιρέ εκείνη τη γειτονιά για τα γυρίσματα μιας μαλακίας ταινίας ενός Γάλλου. Ένα πλάνο ήταν στο μπαλκόνι και βγαίνοντας – μου κόπηκε η ανάσα. Το σπίτι μου, εκείνο το σπίτι, ήταν λίγα μέτρα απέναντι, σε λευκό σάβανο, σφραγισμένο σαν μνήμα. Τον σκέφτηκα να στέκεται ακόμα πίσω από το πράσινο βιτρώ μη μπορώντας να ανασάνει. Τράβηξα βιαστικά ένα βίντεο πριν χαθεί το φάντασμα.

         Για να βεβαιωθώ (και φυσικά για να λουστώ σε λυρικό δράμα) ένωσα τα δύο βίντεο. Κούμπωναν. Το καλοκαίρι του 2009 πέθανα, το φάντασμα συνέχισε στη θέση μου, σύρθηκε σε Αμερικές και άλλες πούτσες και εγώ έμεινα εκεί πίσω από το βιτρώ, ακόμα εκεί, κλεισμένος.

                                                                                                                                                *Κι όμως, ανακαλώ αβίαστα την αίσθηση του.







Τι υστερική σύμπτωση πόσο το τελευταίο πλάνο εκείνου του Γαλλικού φιλμ echoes τη σιλουέτα μου στο γαμωβιτρώ.